Όροι χρήσης | Sitemap | English
Κείμενο δημιουργού
Ποιήματα
Εκθέσεις
Κριτικές
Δημοσιεύματα
Ζωγραφική - Σχέδια
Φωτογραφίες

ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ

Γάργαρο το ποτάμι, μεσ' απ' τα πράσινα κυλά.
Δάσος από πλατάνια τις όχθες του γλυκοφιλά.
Κι ο παιχνιδιάρης βράχος, που 'ναι από πέτρες σε σειρά,
γέρνοντας πάνω απ' το νερό την όψη του αντανακλά.
Στο ριζιμιό του βράχου, το ποταμάκι όπως περνά,
για λίγο ξαποσταίνει πάντα εκεί, και σταματά,
πριν συνεχίσει πάλι, μακρύ ταξίδι στην στεριά.

Εκεί αν σε φέρει ο δρόμος στην κοίτη του ν' αναπαυτείς,
διάφανες οπτασίες σιγά-σιγά θ' αντιληφθείς.
Γυρνάς, κοιτάς χωρίς πνοή, και μαγεμένος βλέπεις
εξωτικά παραμυθιού, νεράιδες της τέρψης,
νύμφες γοργονοπόταμες, οράματα της σκέψης.
Χαμόγελα σου στέλνουνε και μυστικά σου λένε,
πόσο θεσπέσια όμορφα, τα μάτια τους πώς καίνε!

Μιλούν τη γλώσσα της σιωπής, του ψίθυρου, της γνώσης,
τα λογικά σου παίρνουνε, αθάνατος να νιώσεις.
Και τραγουδώντας τη σιωπή, αρχίζουν να χορεύουν,
με το τραγούδι της σιωπής πόσο γλυκά μαγεύουν!
Ανάερα χορεύουν κι ακροπατούνε στα νερά,
σκύβουν και καθρεφτίζονται στην επιφάνεια απαλά,
βυθίζονται και βγαίνουν, ξανά από μέσα και γελούν,
σαν σ' όνειρο ανασταίνουν, πάντα τον θάνατο νικούν.

Με ηλιαχτίδες παίζουνε, τα μάτια μας μπερδεύουν,
αν ηλιαχτίδες βλέπουμε, ή ξωτικά γητεύουν.
Τ' αγέρι σέρνουν σε χορό κι απόκοσμο τραγούδι,
με των νερών τη μουσική και των πουλιών πρελούδι.
Και έτσι όπως λικνίζονται όλα συνεπαρμένα,
σκόνη παντού απλώνεται χρυσή και ασημένια.
Θέρμη γλυκιά απλώνουνε του ήλιου ολόγυρά σου,
κι απ' της σελήνης τη γητειά κλέβουν για τα όνειρά σου.
Τα πέπλα ανεμίζουνε μέσα στο λίκνισμά τους
και στο χορό μέσα να μπεις, ζητά το κάλεσμά τους.

Τότε αρχίζεις και πετάς μαζί αλλοπαρμένος,
στην ασημοχρυσόσκονη τρελά σαγηνεμένος
και παραμύθια τραγουδούν, κρυφά σου ψιθυρίζουν,
και ιστορίες του καιρού, που τ' άπειρο αγγίζουν.
Και ο χορός όσο κρατεί κι όταν η ώρα φτάνει,
όμορφα σ' απιθώνουνε στην κοίτη στο ποτάμι.

Τότε τα βλέφαρα σφαλούν στη μαγική τη ζάλη,
κι όταν μετά ανάλαφρα σιγά ανοίγουν πάλι,
θαρρείς πως ήταν όνειρο, που έζησες, κι εχάθη,
όταν κοιτάς ολόγυρα, και ποταμού τα βάθη.
Δεν είν' εκεί οι νεράιδες, τα ξωτικά εφύγαν,
κι οι ασημοχρυσόσκονες, δροσιές τώρα εγίναν.
Κι όμως δεν ήταν όνειρο, γιατ' είσαι μαγεμένος,
και τη γητειά τους σ' άφησαν, να ζεις αλαφρωμένος.

Μετά από χρόνια γύρισες στου ποταμού την κοίτη,
μα ώ, κατάρα, ανάθεμα, πια το ποτάμι λείπει.
Εστέρεψε και χάθηκε και τώρα δεν υπάρχει,
και το ταξίδι έπαψε μεσ' στου βουνού τη ράχη.

«Πότε, γιατί, τι έγινε, πώς σβήσαν τα νερά του,
γιατί στη λήθη πέρασε, τι έγινε η γητειά του;
Μήπως Θεού απόφαση, μήπως Θεού το χέρι;
Μήπως ο κόσμος άλλαξε, χωρίς κανείς να ξέρει;»
ρωτάς να μάθεις τα πουλιά, που τους μιλά τ' αγέρι.

«Ούτε Θεού απόφαση, ούτε Θεού το χέρι,»
γύρω σου λένε τα πουλιά, «είναι ανθρώπου χέρι,
ανθρώπου είν' απόφαση, τη γη να καταστρέψει,
δεν νοιάζεται, δεν τον πονά τη γη του να κουρσέψει.»

«Και τότε οι νεράιδες, τα ξωτικά πού πήγαν;
Και οι γοργονοπόταμες οι νύμφες τι γενήκαν;
Ή μήπως κι αυτά χάθηκαν στο θάνατο και φύγαν;»
ρωτάς και πάλι τα πουλιά, τα λίγα που ξεμείναν.

«Να ζούνε είν' η μοίρα τους και τούτο δεν αλλάζει.
Μόνο τόπους αλλάζουνε, καθώς η γη ρημάζει.
Κι αν ερημώσει όλη η γη, στον ουρανό θα πάνε,
σε ποταμούς αλλού, εκεί, που αιώνια κυλάνε.
Και τυχεροί όσοι θνητοί ζήσανε το χορό τους,
τα μυστικά τους πήρανε, και δώρα στ' όνειρό τους,
σαγήνη που κρατήσανε μεσ' στης ψυχής τη μνήμη,
που μεσ' στη λήθη δεν περνά, και ζωντανή θα μείνει.

Κι αλίμονο στους άμοιρους, όταν η γη στερέψει,
σαν δεν θα έχουν τίποτα το πνεύμα να μαγέψει.
Στα παραμύθια μοναχά θα ζουν τις ιστορίες
κάποιων, που κάποτε έζησαν αυτών τις μελωδίες.»

Πουλιά σου προφητέψανε με πίκρα και θλιμμένα,
σε τόπους άλλους πριν κι αυτά πετάξουν δακρυσμένα.